Η Γυάλινη Πριγκίπισσα

Κρατιέμαι απ’τα σιδερένια κάγκελα του μπαλκονιού μου και παρατηρώ το φως του ήλιου να χαϊδεύει γλυκά το γυάλινό μου δέρμα. Γυάλινο το βαφτίσανε τόσα στόματα· όχι επειδή είναι λείο, μα επειδή είναι ευαίσθητο.

Ευαίσθητη με βαφτίσανε από μικρή, γιατί έκλαιγα συχνά. Δεν άντεχε η παιδική μου καρδιά τον σκληρό κόσμο. Ήθελα να βλέπω καλοσύνη και ειλικρίνεια εκεί που δεν υπήρχε, ελπίζοντας πάντα πως ο κόσμος είναι καλός κατά βάθος. Όσο ανακάλυπτα το μίσος και την κακία, τόσο πιο πολύ ένιωθα να ραγίζω απ’την ευαισθησία μου. Έτσι, όταν ήμουν μόλις εφτά χρονών, βάφτισα τον εαυτό μου ‘γυάλινη πριγκίπισσα’. Και όντως, ήμουν από γυαλί. Ράγιζα κι έσπαγα στο άγγιγμα των λέξεων, ακόμα κι εκείνων των πιο μικρών, των ανούσιων. Ένιωθα αδύναμη. Ήθελα μια πανοπλία, έναν σιδερένιο ιππότη να με σώσει, να προστατέψει τη γυάλινή μου καρδιά.

Η γυάλινη πριγκίπισσα αρέσει, ελκύει. Το να είσαι αβοήθητη θεωρείται ομορφιά στα μάτια του κόσμου και των σιδερένιων ιπποτών. Ευαίσθητη με βάφτιζαν κι αυτοί, ώσπου δεν ήξερα τι άλλο να είμαι. Αβοήθητη, έσπαγα εύκολα διαρκώς κι εκείνοι νόμιζαν πως με έσωζαν.

Αμέτρητες φορές έχω γίνει κομματάκια στα χέρια ενός ιππότη. Όμως, κανένας δεν κάθεται να μαζέψει τα γυάλινά μου ψύγματα μετά. Κανείς δεν νοιάζεται αρκετά.

Έτσι, η λυπημένη γυάλινη πριγκίπισσα έχανε όλο και περισσότερο τον εαυτό της στη σιδερένια αγκαλιά κάποιου ιππότη. Ύστερα μάζευε τα κομμάτια της ένα-ένα, γιατί τη ράγισαν οι λέξεις· εκείνες που ειπώθηκαν και οι άλλες, οι τσουχτερές, που ήταν κρυμμένες στη σιωπή.

Αχ, μικρή μου πριγκίπισσα… Πότε θα καταλάβεις πως δεν είσαι από γυαλί, μα από το πιο αδιαπέραστο διαμάντι; Πότε θα δεις τον εαυτό σου σαν το παντοδύναμο ον που είσαι κι όχι σαν ένα αβοήθητο σπουργιτάκι;

Ξέρω, δεν ελκύει η αυτοπεποίθηση, γιατί την φοβάται ο κόσμος. Μα εσύ δεν χρειάζεται να παραμένεις γυάλινη για κάποιον άλλον. Δεν είσαι ευαίσθητη πια… ή μάλλον, ποτέ δεν ήσουν. Εκείνοι σε έκαναν.

Κοιτάζω τον τρόπο που χορεύει το φως στο δέρμα μου για λίγο ακόμα… Απολαμβάνω το διαμαντένιο του λαμπύρισμα. Με κάνει να νιώθω πως έχω τον έλεγχο του εαυτού μου. Έχω τον έλεγχο να βαφτίσω τον εαυτό μου όπως θέλω εγώ, κι επιλέγω να είμαι “Δυνατή”. Δεν πειράζει άμα υπάρχουν άνθρωποι που φοβούνται αυτή τη δύναμη, αυτή την ανεξαρτησία μου. Δεν αντέχουν όλοι τις πριγκίπισσες που αστράφτουν αυτοπεποίθηση.

Θέλει ο κόσμος τις γυάλινες πριγκίπισσες, τις καλλιεργεί. Δεν θα του κάνω τη χάρη· όχι πια.

Καλοκαιρινή Αναπόληση

Το πήρε η πρωινή δροσιά το καλοκαιράκι, τώρα, στο τέλος του Αυγούστου. Για ένα λεπτό, νιώθω πως έχει παγώσει ο χρόνος και συνειδητοποιώ πόσο γρήγορα έχουν περάσει όλα… Πώς περνάει έτσι ο καιρός; Μια κλισέ φράση για να συνοψίσει την ευτυχία τριών μηνών. Δεν θες και παραπάνω καιρό για να γίνεις ευτυχισμένος. Φτάνουν αυτοί οι μήνες ζεσταμένοι απ’την αγκαλιά της οικογένειας και δροσισμένοι απ’την γλύκα καινούριων συναισθημάτων.

Ελάφρυνε λίγο το μυαλό, λίγο απ’την Κορόνα, λίγο απ’τη χαλάρωση, λίγο απ’τα “χαμογελάκια”… Γέλασε και λίγο η καρδιά, έλαμψαν δυο ζευγάρια καταπράσινα μάτια κάτω απ’τον έναστρο θαλασσινό ουρανό. Περπάτησαν τα πόδια με έξι διαφορετικούς τρόπους για να μιμηθούν το ντόπιο στυλ. Γνώρισε η ψυχή ξανά ανθρώπους που είναι συνοδοί ζωής είκοσι χρόνια σχεδόν. Δεν ήταν και λίγη η περιπέτεια τούτο το καλοκαίρι.

Ήταν το καλοκαίρι της αναζωογόνησης, του ξανανιώματος, της ζωής και της ευτυχίας. Τσουβάλια ευτυχίας από ανθρώπους αγαπημένους και καινούριους που σφύζουν ζωή. Νέοι και παλιοί μου έμαθαν το νόημα της ζωής και το ένιωσα ξανά, το θυμήθηκα!. Το ένιωσα έξι διαφορετικές φορές με τρεις ίδιους ανθρώπους αγαπημένους. Το ένιωσα αγκαλιά ένα βράδυ που με πήρε κουλουριασμένη γαλήνιος ύπνος. Το ένιωσα ακούγοντας πρωτάκουστα λόγια υπομονής και αγάπης απ’την αρχή. Το ένιωσα κάθε φορά που κοίταζα πίσω, αποχαιρετώντας το κόκκινο αυτοκίνητο…

Οι άνθρωποί μου, που πέρασαν ένα καλοκαίρι, τρεις ή δύο μήνες, μαζί μου, με πήραν απ’το χέρι, με οδήγησαν στον δρόμο για την ευτυχία. Μα κυρίως, μου δίδαξαν πως η ευτυχία δεν είναι σύμπτωση· είναι επιλογή.

Οι Δρόμοι

Περπατώ σε δρόμους γνωστούς, σε δρόμους που τα έχουν νιώσει όλα μαζί μου. Τους έχω περπατήσει μόνη, με φίλους, με ‘σένα… Τα είδαν όλα με τα μάτια τους αυτοί οι δρόμοι. Είδαν πώς γεννήθηκε η λατρεία μου για σένα, πώς γέμισαν τα μάτια μου αγάπη για κάποιον που μπορεί και να μην με αγάπησε ποτέ… Παρατήρησαν μελιστάλαχτες ματιές που ανταλλάξαμε αργά κάποιο Σαββατόβραδο. Φύλαξαν κάθε στιγμή αυτού του μοναδικού έρωτα, μέχρι και την τελευταία του… μέχρι εκείνο το δάκρυ που ξέφυγε έπειτα απ’το “αντίο”. Τελικά, ήταν όντως “αντίο” που κρυβόταν πίσω από ένα στεγνό “τα λέμε”.

Όλα τα είδαν και όλα τα φύλαξαν.

Μήνες αργότερα πια, περπατώ τους ίδιους δρόμους. Μόνη μου.  Περπατάω αργά και σταθερά, κλείνω και τα μάτια μου για ν’απολαύσω το γλυκό καλοκαιρινό αεράκι. Γεμίζει το μυαλό μου με εικόνες μιας άλλης ζωής. Ξεχειλίζουν οι εικόνες αυτές στον δρόμο που ξεχύνεται μπρος μου. Το παρελθόν ζωντανεύει. Δεν μας αναγνωρίζω. Δεν με αναγνωρίζω. Αλλιώς λάμπανε τα μάτια μου τότε. Γυάλιζαν απ’τη ζαλάδα και καθρέφτιζαν τα δικά σου μεγάλα γαλανά μάτια.

Χορεύουν οι εικόνες του παρελθόντος μπροστά μου και αντηχούν λόγια ανάμεικτα, ακατανόητα. Μπερδεμένα “Σ’αγαπώ” στα κόκκινα μαλλιά μου και κρυφοί λυγμοί ξεφεύγουν απ’την καρδιά σου. Τους είδαν οι δρόμοι τους λυγμούς. Δεν κατάφερες να τους κρύψεις καλά.

Μα τελοσπάντων, συγχύζομαι κι εγώ γιατί δεν μου αρέσει να μπλέκω το παρελθόν με το τώρα. Δεν βοηθούν και οι εικόνες, βλέπεις, όσο ξεθωριασμένες απ’τον καιρό κι απ’τον πόνο κι αν είναι. Όλα ήθελα και θέλω να τα ξεχάσω, να τα διαγράψω. Όμως μου τα θυμίζουν οι δρόμοι ξανά, κάθε φορά που τους διαβαίνω. Έμαθα πια να τις αγνοώ τις εικόνες… Διαπερνώ τη στιγμή, την εικόνα αυτή που διαγράφεται μπροστά μου και… νιώθω κενή, εξαντλημένη. Κουράστηκα να τρέχω μακριά απ’το παρελθόν. Ήρθε η ώρα απλά να κάνω σαν να μην έγινε ποτέ, να υποκριθώ κι εγώ σαν κι εσένα τους τελευταίους τέσσερις μήνες. Μεγάλος θεατρίνος! Σε θαυμάζω, αλήθεια! Κατάφερες να ξεγελάσεις ακόμα και τους δρόμους που περπατούσαμε, πως υπήρχε αλήθεια πίσω απ’τα “Σ’αγαπώ” σου. Δεν πήραν είδηση οι δρόμοι το χαντάκι που έσκαβες με τα ψέματα και τα μυστικά σου για να πετάξεις εμένα μέσα. Όταν το κατάλαβαν ήταν πλέον αργά. Είχα ήδη βυθιστεί στη δίνη των όσων δεν είπες. Δεν με βοήθησαν οι προειδοποιητικές κραυγές… Τίποτα δεν με βοήθησε, για να είμαι ειλικρινής. Περνούσε ο καιρός κι εγώ, εκεί, ακόμα παγιδευμένη στο χαντάκι σου. Οι ερωτήσεις μου αντιλαλούσαν στη συναισθηματική φυλακή μου χωρίς να φτάνουν σε σένα. Ώσπου ήρθε ο ήλιος, η τελευταία μου ελπίδα.

Μόνη μου βρήκα τη δύναμη να σηκωθώ, να αρπάξω μια ηλιαχτίδα και να ελευθερωθώ. Μόνη μου και να  ξεσκονίσω την ύπαρξή μου απ’τη γλοιώδη σκόνη σου. Μόνη μου και να περπατήσω τους δρόμους που περπατούσαμε μαζί αγκαλιά. Τα είδαν όλα οι δρόμοι.

Μοιάζουν πιο φωτεινοί τώρα.

Συναισθηματική Εξουθένωση

Έτσι ονομάζουμε αυτά που μας κατατρώνε, αυτά που μας κουράζουνε. Περνάει ο καιρός, χάνονται αυτά που νιώσαμε τότε, χάνονται κι οι αναμνήσεις μας, σβήνουν στον ορίζοντα σαν το γλυκό ανοιξιάτικο ηλιοβασίλεμα.

Τι είχαμε, τι χάσαμε.  Αυτό αναρωτιέμαι κάθε μέρα που περνάει κι ανασαίνει. Ζούσα γι’αυτά που είχα, γι’αυτά που έχασα, γι’αυτά που έχασες.  Τώρα, σ’ένα τραπεζάκι μιας καφετέριας θα πούμε άδεια λόγια να κλείσει η κουρασμένη αυλαία που είχε παραμείνει ανοιχτή ενάμιση χρόνο μόλις.  Δεν θ’αναπολύσουμε αυτά που ζήσαμε αγκαλιά πάνω από ένα ζεστό καφέ γιατί δεν είναι το ‘στυλ’ μας. Θα λειτουργήσουμε με λογική, όπως πάντα λειτουργούσες κι εσύ δηλαδή. Μπρος το κεφάλι, πίσω η καρδιά. Πώς είναι η κατάσταση τώρα; Άδεια. Γιατί να το τραβάμε κι άλλο; Ναι, δίκιο έχεις, δεν υπάρχει λόγος πια. Αλλάξαμε πολύ κι αυτό μας απομάκρυνε; Όχι, δεν νομίζω· απλά η σχέση ήταν μονομερής κυρίως στο τέλος… Θλίψη αυτό το τέλος. Τρεις μήνες τώρα θλίψη. Θλίψη στη βροχή, στο χιόνι, στο χαλάζι και στις λίγες μέρες του ήλιου. Θλίψη και στη χαρά. Ήρθε το τέλος της συναισθηματικής εξουθένωσης, όμως. Ήρθε η ώρα για έναν ακόμα γερασμένο φοίνικα να τυλιχτεί στις φλόγες, να γίνει στάχτη και να αναστηθεί μέσα από αυτή. Καιρός για ένα ακόμα λουλούδι λωτού να ανθίσει, να συμβολίσει την αναγέννηση.

Τι είχαμε, τι χάσαμε. Χάσαμε λόγια, υπομονή συναισθήματα… Σχεδόν όσα είχαμε τα χάσαμε, τι κρίμα!

Με τέτοιες σκέψεις θα επιστρέψω σπίτι λυπημένη, εσωτερικά μικροτραυματισμένη αλλά θα τυλιχτώ κι εγώ στι φλόγες για να σώσω τον εαυτό μου. Θα κλείσω την πόρτα τη δική σου και θα μπω σε έναν ακόμα σκοτεινό διάδρομο με την ελπίδα να βρω άλλη μια πόρτα που θα πλυμμηρίζει φως για να μου δώσει ζεστασιά. Δεν φοβάμαι το βραδινό σκοτάδι του διαδρόμου πια.

Καληνύχτα για τελευταία φορά.

“Να ‘χεις όνειρα από χρυσό”

Το Γαλάζιο Κασκόλ

Το φορούσε με τη ριγέ τη μπλούζα, επειδή της ταίριαζε. Και περπατούσε στον βρεγμένο πεζόδρομο  τις παγωμένες μέρες που φυσούσε άγρια ο αέρας και χόρευε το γαλάζιο κασκόλ. Περπατούσε και γυρνούσαν τα κεφάλια κι εκείνη ήξερε πως δεν ήταν για τα θαλασσιά της μάτια, αλλά για το γαλάζιο κασκόλ που στριφογύριζε στον ξέφρενο ρυθμό του αέρα.

Θάλασσα τα μάτια της, ουρανός το κασκόλ. Ήθελε κι εκείνη να έχει λίγο γαλάζιο στα μάτια της για να μην σκουραίνουν ποτέ, για να μην βλέπει κανείς τη φουρτούνα μέσα τους όταν θύμωνε ή στενοχωριόταν. Ήθελε κι εκείνη ξέγνοιαστα να χόρευε τον χορό της ζωής. Πολλά ήθελε. Γεννήθηκε όμως με αυτά τα μάτια και συνεχώς έψαχνε για το γλυκό γαλάζιο, για να της υπενθυμίζει την ξεγνοιασιά, για να της καταλαγιάζει τις φουρτούνες. Κάπως, λοιπόν, ανακάλυψε ένα καταγάλανο κασκόλ. Δεν ήταν κραυγαλέο γαλάζιο όμως· ήταν ένα γαλάζιο απαλό σαν τον γλυκό ανοιξιάτικο ουρανό.

Περπατούσε, όπως πάντα, σ’ένα σοκάκι κάποιας πολυσύχναστης πόλης. Ως συνήθως είχε αφεθεί να την παρασύρει ο ρυθμός της. Ανάσαινε τις φωνές των περαστικών, άκουγε τον πόνο της καρδιάς των νέων, έβλεπε δάκρυα πίσω από χαμόγελα και… λυπότανε τον κόσμο. Παντού σκούρα χρώματα μιας αδειανής υπερπληθούς πόλης. Παντού άγνωστα πρόσωπα που μπορεί να ήξερες κάποτε, σε μια άλλη ζωή. Ξεχείλιζε μιζέρια αυτή η πόλη κι εκείνη έψαχνε το γαλάζιο μέσα της για να τη φωτίσει, για να φωτίσει και την ίδια της τη ζωή.

Εμφανίστηκε το κασκόλ, στη βιτρίνα ενός μαγαζιού ταλαιπωρημένου απ’το χρόνο. Εμφανίστηκε, κι εκείνη έμεινε να το κοιτάζει, σα να μη το πίστευε, σα να μην πίστευε το άπλετο φως που εξέπεμπε το γαλάζιο ύφασμα. Άνοιξε την βαριά πόρτα του μαγαζιού και δεν κατάλαβε για πότε το πλήρωσε και για πότε το φόρεσε γύρω απ’τον λαιμό της. Βγαίνοντας απ’το μαγαζί συνειδητοποίησε πως φορούσε τη ριγέ τη μπλούζα και αποφάσισε πως ταίριαζε με το κασκόλ. Μα αυτό που την εξέπληξε ήταν ότι άλλαξε το χρώμα των ματιών της από τότε που το έβαλε.  Γέμισε φως κι ελπίδα για τον μουντό, σκουρόχρωμο κόσμο και για την ασημόγκριζη ζωή.

Αργοπορημένες Σκέψεις

Μαραμένα τριαντάφυλλα κρύβονται μέσα σε ασημοδεμένα χαρτόκουτα. Στριμόχνωνται αγκαλιάζονοτας ποιήματα φθινοπωρινά που κρύβουν ξεχασμένες θάλασσες από ζαφείρια· εκεί που τώρα πνίγονται ένα ζευγάρι από καταπράσινα σμαράγδια. Αραχνιάζουν οι γλυκές αναμνήσεις μέσα στο χαρτόκουτο. Χάσανε τη γεύση τους με τον καιρό, με την παγωμένη απόσταση.

Κάθεται το κουτί λυπημένα, νωχελικά, στο ράφι με τα τετράδια. Φαίνεται ξεχασμένο, έτσι όπως κρέμεται η παραμελημένη κόκκινη κορδέλα μέσα από το μισάνοιχτο καπάκι του. Κάθε φορά που περνάω από δίπλα του θυμίζω στον εαυτό μου να βάλει την κορδέλα πάλι μέσα, κι όλο το ξεχνάω. Το κοιτάω, με κοιτάει και ξέρω κι εγώ και αυτό πως δεν πρόκειται να το ανοίξω. Γιατί ξέρουμε και οι δύο – και εγώ και το κουτί δηλαδή – ότι θα αρχίσω να ρωτάω τον εαυτό μου τι πήγε λάθος και τι άλλαξε, ενώ γνωρίζω πολύ καλά την απάντηση. Δεν χρειάζομαι κοφτερές ερωτήσεις που πονούν όταν τις ακουμπάς. Θέλω απλά να γραπωθώ από ό,τι ζεστό και ασφαλές κατοικεί στην συννεφιασμένη ζωή μου. Γνωρίζω πως δεν θα βγει ο ήλιος άμα το ανοίξω το φτηνό χαρτόκουτο με τους ξεχασμένους συναισθηματικούς θυσαυρούς μιας ζωής που μοιάζει βγαλμένη από σινεμά. Ήταν η δική μου ζωή αυτή. Ήταν; Δεν είμαι σίγουρη. Δεν θέλω να το σκέφτομαι γιατί κόβει κι ό,τι κόβει, πονάει.

Δεν θέλω να γίνομαι μελοδραματική, αλλά ζω με τον συνεχή φόβο ότι η θύελλα που βρίσκεται στα έγκατα της ψυχής μου, θα ξεσπάσει· θύελλα από θυμό, βροχή και χιόνι από σύγχηση, παγωνιά από μέρες που με πλήγωσαν και δεν είπα λέξη. Συνταγή για καταστροφή είναι αυτή η θύελλα, γι’αυτό κάθε φορά που θέλει να ξεσπάσει και με τρων τα σωθικά μου, τη θάβω βαθύτερα στα άδυτα μιας καρδιάς παγωμένης.

Ξεχασμένα ασημόκουτα και θανατηφόρες αυτοκαταστροφικές θύελλες· κοφτερές ερωτήσεις και πλαστικοποιημένες αναμνήσεις. Τι κάνεις όταν δεν ξέρεις πώς να νιώσεις και στρέφεσαι σε μια άδεια σελίδα να σου πει;

Δεν μιλάνε οι σελίδες και το ξέρεις και το ξέρω. Εγώ τους έδωσα φωνή, ουρλιαχτό μάλλον. Δεν μπορώ καν να διώξω τον κόμπο που έχει κολλήσει στο λαιμό μου και δίνω φωνή σε μοναχικές σελίδες. Οξύμωρο, θα λεγα.

Παρεπιπτόντως, αναρωτιέμαι άμα θα ‘βγαζες νόημα αναλύοντας αυτόν τον συναισθηματικό εμετό. Αναρωτιέμαι άμα θα σε έκανε να “νιώσεις” κάτι. Άσε καλύτερα, δεν θέλω να ξέρω, δεν χρειάζομαι κι άλλες κοφτερές απαντήσεις.

Ας επιστρέψουμε όμως στο άγευστο, άοσμο, χάρτινο ασημοδεμένο κουτί. Κόβει και η όψη του τώρα και θέλω να το κρύψω, να μην μπορώ να το βλέπω, να μην πονάει, να μην χρειάζεται να λύνω τους γόρδιους δεσμούς που κολλάνε στο λαιμό μου όταν τυχαίνει να το κοιτάξω. Μα κι αν το κρύψω και το βρω ξαφνικά εκεί που κάθεται και το τρώει ο χρόνος; Δεν θέλω να ξέρω πώς θα νιώσω.

Τελοσπάντων, προς το παρόν λέω να το αφήσω εκεί που είναι. στο πάνω ράφι με τα τετράδια. Ίσως το κρύψω πίσω από καμιά ζωγραφιά να μην με τυφλώνει η ασημίλα του, να μην ανασαίνει απευθείας πάνω μου. Γιατί άμα δεν το ‘ξερες, ανασαίνουν τα αντικείμενα. Κυρίως αυτά που κουβαλούν αναμνήσεις και ζωές και ιστορίες για αγγέλους που πέφτουν στη γη για να ερωτευτούν άμυαλες μούσες. Θα ‘πρεπε να ξέραν καλύτερα οι μούσες· θα ‘πρεπε να γνωρίζουν πως οι άγγελοι έχουν πλευρές που κόβουν, κι άμα τους αγκαλιάσεις για πολύ και σφιχτά, ματώνεις· κόβουν τα εντυπωσιακά ασημιά φτερά τους.

Πέρα από τις γλυκανάλατες ιστορίες, το ‘κρυψα το κουτί. Δεν κοιταζόμαστε τώρα. Νοσταλγώ τη ματιά του πότε πότε, γι’αυτό τραβάω τη ζωγραφιά και ξανακοιταζόμαστε κι έτσι περνούν οι μέρες, κι έτσι ξαναγεμίζω μοναχικές σελίδες σαν κι αυτή με συναισθηματικά άπλυτα. Ίσως να πρέπει να τα καθαρίζω πότε πότε.