Το Γαλάζιο Κασκόλ

Το φορούσε με τη ριγέ τη μπλούζα, επειδή της ταίριαζε. Και περπατούσε στον βρεγμένο πεζόδρομο  τις παγωμένες μέρες που φυσούσε άγρια ο αέρας και χόρευε το γαλάζιο κασκόλ. Περπατούσε και γυρνούσαν τα κεφάλια κι εκείνη ήξερε πως δεν ήταν για τα θαλασσιά της μάτια, αλλά για το γαλάζιο κασκόλ που στριφογύριζε στον ξέφρενο ρυθμό του αέρα.

Θάλασσα τα μάτια της, ουρανός το κασκόλ. Ήθελε κι εκείνη να έχει λίγο γαλάζιο στα μάτια της για να μην σκουραίνουν ποτέ, για να μην βλέπει κανείς τη φουρτούνα μέσα τους όταν θύμωνε ή στενοχωριόταν. Ήθελε κι εκείνη ξέγνοιαστα να χόρευε τον χορό της ζωής. Πολλά ήθελε. Γεννήθηκε όμως με αυτά τα μάτια και συνεχώς έψαχνε για το γλυκό γαλάζιο, για να της υπενθυμίζει την ξεγνοιασιά, για να της καταλαγιάζει τις φουρτούνες. Κάπως, λοιπόν, ανακάλυψε ένα καταγάλανο κασκόλ. Δεν ήταν κραυγαλέο γαλάζιο όμως· ήταν ένα γαλάζιο απαλό σαν τον γλυκό ανοιξιάτικο ουρανό.

Περπατούσε, όπως πάντα, σ’ένα σοκάκι κάποιας πολυσύχναστης πόλης. Ως συνήθως είχε αφεθεί να την παρασύρει ο ρυθμός της. Ανάσαινε τις φωνές των περαστικών, άκουγε τον πόνο της καρδιάς των νέων, έβλεπε δάκρυα πίσω από χαμόγελα και… λυπότανε τον κόσμο. Παντού σκούρα χρώματα μιας αδειανής υπερπληθούς πόλης. Παντού άγνωστα πρόσωπα που μπορεί να ήξερες κάποτε, σε μια άλλη ζωή. Ξεχείλιζε μιζέρια αυτή η πόλη κι εκείνη έψαχνε το γαλάζιο μέσα της για να τη φωτίσει, για να φωτίσει και την ίδια της τη ζωή.

Εμφανίστηκε το κασκόλ, στη βιτρίνα ενός μαγαζιού ταλαιπωρημένου απ’το χρόνο. Εμφανίστηκε, κι εκείνη έμεινε να το κοιτάζει, σα να μη το πίστευε, σα να μην πίστευε το άπλετο φως που εξέπεμπε το γαλάζιο ύφασμα. Άνοιξε την βαριά πόρτα του μαγαζιού και δεν κατάλαβε για πότε το πλήρωσε και για πότε το φόρεσε γύρω απ’τον λαιμό της. Βγαίνοντας απ’το μαγαζί συνειδητοποίησε πως φορούσε τη ριγέ τη μπλούζα και αποφάσισε πως ταίριαζε με το κασκόλ. Μα αυτό που την εξέπληξε ήταν ότι άλλαξε το χρώμα των ματιών της από τότε που το έβαλε.  Γέμισε φως κι ελπίδα για τον μουντό, σκουρόχρωμο κόσμο και για την ασημόγκριζη ζωή.

A Few that Feel a lot

Your whole life, people create these insane expectations for the ‘perfect’ relationship that you are going to have when you’re in your twenties. They tell you that you’ll meet your prince charming, get married, have kids and live happily ever after.

Needless to say that the times when our parents fell in love in such a simple and pure way are far from over.

There are little to no people who want a relationship nowadays and there’s absolutely nothing wrong with that! Being in a committed and exclusively monogamous relationship with someone is a lot of work and takes up a lot of time that no one really has to give.

Plus, let’s also not forget that people are afraid to expose themselves to feelings. As soon as a hint of love appears in their emotional distance, they run away.

Some of those people, have been hurt too many times and are afraid to fall in the rabbit hole of love all over again. Others, just look at being in love as being trapped in a vicious circle called ‘a relationship. They are so attached to the sweetness of their freedom, that giving it up seems absurd and too restraining.

Then, there’s the extreme opposite of people obsessively craving to be in a relationship and fall in love to validate themselves. Since insecurity is something that’s cultivated in today’s society, I am not surprised that this is a thing.

We are a generation of extremes and all of these types of people I just described are to be expected to exist.

The million dollar question, however, is this: What is going to happen to all of those who are in between the extremes? The ones, who just want to fall in love and be with someone just because being in love is one of the best feelings one can experience. They want to fall in love, not for selfish reasons of self-validation, but because they genuinely enjoy giving it to someone who matters to them and deserves that love.

There’s no desperation or rush in that ‘wanting’ to be in love. Whenever life is ready to offer them this feeling to share with someone, they’ll be content.

The sad and unfortunate part is, that there are very few people who feel this way. Most of the time they’re referred to as “hopeless romantics”. ‘Hopeless’, because there’s no hope that they’ll find this dream-like feeling. There’s no hope because something more than a one-night-stand or a friends-with-benefits type of situation is unlikely to happen in our age and generation.

I don’t like being cynical, but I enjoy calling things as they are.

Prioritize yourself and love, because, at one point, there’s going to be nothing emotionally fulfilling in sleeping with a different person every day.

Inconcistencies

It’s unfortunate to be in the position to admit that it’s so hard having friendships in this time and age. I must admit that I might not be, age-wise, the most reliable person to say this, since I’m only 19 years old. However, I’ve had my fair share of people waltzing in and out of my life so, everything I’ll be talking about is from observing relationships that have surrounded me.

Let me lay out the scene for you:

You meet someone, a potential friend, in your work, university or school environment. You talk to them and you immediately connect! You have very similar interests and the conversations you have with them seem incredible. Not only that, but they also appear to be witty and have a good sense of humor – which is always a case for brownie points, if you ask me. Fast forward and you end up hanging out a lot with them and you consider them a ‘friend’.

Wow. What a big word that one – ‘friend’.

Now, let’s say that something not-so-great happens to you and you need a friend’s shoulder to cry on and make you feel better. You immediately think of THAT friend. You know, the one you’ve been hanging out with a lot and actually enjoy their company? Yeah, that one. So, you text them, opening up about what you’ve been going through, asking for their help. They see the message but… they are not available right now. They have things going on. Don’t get me wrong, it’s more than fine to have a life and be busy and have a dozen boyfriends or girlfriends and what-not. However, it seems that this particular friend has only been there for you when you were in need of a party-buddy and not when you needed someone you could rely on.

This is an example of the modern term ‘friendship’. People who are actually looking for a ‘friend’, are at a loss. Almost everyone they’ve met is initially nice to them and then she or he develops inconsistencies in her or his niceness.

‘Friend’ is a fluid term, nowadays. It means that a ‘friend’ is someone whose behavior is unstable towards you. A ‘friend’ is now there for you only when she or he wants to; a ‘friend’ is someone who likes you only when you give something to them but gives you nothing in return, not even something as basic as support; a ‘friend’ is now a person who is completely unreliable.

If you ask me, it’s an abuse of the real term.

It’s insane that people think that they have the right to violate the details and actions concerning a real friendship.

In 2017, friendships have become as dispensable as condoms. This is just sad.

I find myself being constantly disappointed in the human race for a variety of reasons but this… This is just infuriating. We should be able to have long consistent friendships with people by just extending our thoughts and actions to someone other than ourselves.

We are selfish beings by nature but sometimes, just once in a while, let’s just be more consistent with our social relationships and our behavior towards the people who we call our ‘friends’.

 

 

 

Η Γυάλινη Πριγκίπισσα

Κρατιέμαι απ’τα σιδερένια κάγκελα του μπαλκονιού μου και παρατηρώ το φως του ήλιου να χαϊδεύει γλυκά το γυάλινό μου δέρμα. Γυάλινο το βαφτίσανε τόσα στόματα· όχι επειδή είναι λείο, μα επειδή είναι ευαίσθητο.

Ευαίσθητη με βαφτίσανε από μικρή, γιατί έκλαιγα συχνά. Δεν άντεχε η παιδική μου καρδιά τον σκληρό κόσμο. Ήθελα να βλέπω καλοσύνη και ειλικρίνεια εκεί που δεν υπήρχε, ελπίζοντας πάντα πως ο κόσμος είναι καλός κατά βάθος. Όσο ανακάλυπτα το μίσος και την κακία, τόσο πιο πολύ ένιωθα να ραγίζω απ’την ευαισθησία μου. Έτσι, όταν ήμουν μόλις εφτά χρονών, βάφτισα τον εαυτό μου ‘γυάλινη πριγκίπισσα’. Και όντως, ήμουν από γυαλί. Ράγιζα κι έσπαγα στο άγγιγμα των λέξεων, ακόμα κι εκείνων των πιο μικρών, των ανούσιων. Ένιωθα αδύναμη. Ήθελα μια πανοπλία, έναν σιδερένιο ιππότη να με σώσει, να προστατέψει τη γυάλινή μου καρδιά.

Η γυάλινη πριγκίπισσα αρέσει, ελκύει. Το να είσαι αβοήθητη θεωρείται ομορφιά στα μάτια του κόσμου και των σιδερένιων ιπποτών. Ευαίσθητη με βάφτιζαν κι αυτοί, ώσπου δεν ήξερα τι άλλο να είμαι. Αβοήθητη, έσπαγα εύκολα διαρκώς κι εκείνοι νόμιζαν πως με έσωζαν.

Αμέτρητες φορές έχω γίνει κομματάκια στα χέρια ενός ιππότη. Όμως, κανένας δεν κάθεται να μαζέψει τα γυάλινά μου ψύγματα μετά. Κανείς δεν νοιάζεται αρκετά.

Έτσι, η λυπημένη γυάλινη πριγκίπισσα έχανε όλο και περισσότερο τον εαυτό της στη σιδερένια αγκαλιά κάποιου ιππότη. Ύστερα μάζευε τα κομμάτια της ένα-ένα, γιατί τη ράγισαν οι λέξεις· εκείνες που ειπώθηκαν και οι άλλες, οι τσουχτερές, που ήταν κρυμμένες στη σιωπή.

Αχ, μικρή μου πριγκίπισσα… Πότε θα καταλάβεις πως δεν είσαι από γυαλί, μα από το πιο αδιαπέραστο διαμάντι; Πότε θα δεις τον εαυτό σου σαν το παντοδύναμο ον που είσαι κι όχι σαν ένα αβοήθητο σπουργιτάκι;

Ξέρω, δεν ελκύει η αυτοπεποίθηση, γιατί την φοβάται ο κόσμος. Μα εσύ δεν χρειάζεται να παραμένεις γυάλινη για κάποιον άλλον. Δεν είσαι ευαίσθητη πια… ή μάλλον, ποτέ δεν ήσουν. Εκείνοι σε έκαναν.

Κοιτάζω τον τρόπο που χορεύει το φως στο δέρμα μου για λίγο ακόμα… Απολαμβάνω το διαμαντένιο του λαμπύρισμα. Με κάνει να νιώθω πως έχω τον έλεγχο του εαυτού μου. Έχω τον έλεγχο να βαφτίσω τον εαυτό μου όπως θέλω εγώ, κι επιλέγω να είμαι “Δυνατή”. Δεν πειράζει άμα υπάρχουν άνθρωποι που φοβούνται αυτή τη δύναμη, αυτή την ανεξαρτησία μου. Δεν αντέχουν όλοι τις πριγκίπισσες που αστράφτουν αυτοπεποίθηση.

Θέλει ο κόσμος τις γυάλινες πριγκίπισσες, τις καλλιεργεί. Δεν θα του κάνω τη χάρη· όχι πια.

Emotional Numbness

Or ‘numbing mode’. I read somewhere online that this is what happens to people who have gone through a long period of grief.

Grief. You don’t need to cry to grieve someone’s departure from your life. It can happen even when you don’t realize it. Hearing a word, seeing a rose, listening to a song or even a specific language, can trigger grief.  It stings a little bit every time something like this happens and you’re left with a gigantic wound somewhere in your heart. Again. Only this time, the wound is numb.

This damn thing that gushes memories and not blood, hurts when you least expect it; when you thought three-quarters of a year was enough. Well, apparently they are not.

Feeling nothing is not that bad. You just need to get used to this nothingness. You’re trying so hard to feel something. Maybe a little bit of pain, but there’s nothing there. There’s only physical pain that works, but I don’t want to come close to losing my life to steal a few feelings.

So, I will just stand here, holding a void of feelings in my hands, distancing myself from everything and everyone that makes me feel nothing.

Maybe distance is the ultimate cure for emotional nothingness. Even if this distance is only 74.8 kilometers.

 

Different Ingredients

Sometimes things just

Don’t

Work

Out.

Conversations lead to arguments leading to realizations. People grow up differently and thus have different beliefs, even if their values are the same. This is absolutely okay, however. People are ingredients in the recipe of life. Some them just don’t mix together. You know, I’m not sad that we don’t make a fit, even though I wish we did. There’s someone out there for both of us, someone that will make life’s recipe a tad bit sweeter.

Until we find our complementary ingredient, though, we both need to find ourselves. Truth is, that I am lost. I’m trying to understand who I am every single day, surprising myself along the way. I’m realizing how strong and how stubborn I am. In this journey of life, I’m trying to fall in love with myself, trying to accept my weaknesses and my greatest powers. It will take a while, but I am ready to start discovering who this person is, that I am.

Maybe… Just maybe… I am the only ingredient I need.

Καλοκαιρινή Αναπόληση

Το πήρε η πρωινή δροσιά το καλοκαιράκι, τώρα, στο τέλος του Αυγούστου. Για ένα λεπτό, νιώθω πως έχει παγώσει ο χρόνος και συνειδητοποιώ πόσο γρήγορα έχουν περάσει όλα… Πώς περνάει έτσι ο καιρός; Μια κλισέ φράση για να συνοψίσει την ευτυχία τριών μηνών. Δεν θες και παραπάνω καιρό για να γίνεις ευτυχισμένος. Φτάνουν αυτοί οι μήνες ζεσταμένοι απ’την αγκαλιά της οικογένειας και δροσισμένοι απ’την γλύκα καινούριων συναισθημάτων.

Ελάφρυνε λίγο το μυαλό, λίγο απ’την Κορόνα, λίγο απ’τη χαλάρωση, λίγο απ’τα “χαμογελάκια”… Γέλασε και λίγο η καρδιά, έλαμψαν δυο ζευγάρια καταπράσινα μάτια κάτω απ’τον έναστρο θαλασσινό ουρανό. Περπάτησαν τα πόδια με έξι διαφορετικούς τρόπους για να μιμηθούν το ντόπιο στυλ. Γνώρισε η ψυχή ξανά ανθρώπους που είναι συνοδοί ζωής είκοσι χρόνια σχεδόν. Δεν ήταν και λίγη η περιπέτεια τούτο το καλοκαίρι.

Ήταν το καλοκαίρι της αναζωογόνησης, του ξανανιώματος, της ζωής και της ευτυχίας. Τσουβάλια ευτυχίας από ανθρώπους αγαπημένους και καινούριους που σφύζουν ζωή. Νέοι και παλιοί μου έμαθαν το νόημα της ζωής και το ένιωσα ξανά, το θυμήθηκα!. Το ένιωσα έξι διαφορετικές φορές με τρεις ίδιους ανθρώπους αγαπημένους. Το ένιωσα αγκαλιά ένα βράδυ που με πήρε κουλουριασμένη γαλήνιος ύπνος. Το ένιωσα ακούγοντας πρωτάκουστα λόγια υπομονής και αγάπης απ’την αρχή. Το ένιωσα κάθε φορά που κοίταζα πίσω, αποχαιρετώντας το κόκκινο αυτοκίνητο…

Οι άνθρωποί μου, που πέρασαν ένα καλοκαίρι, τρεις ή δύο μήνες, μαζί μου, με πήραν απ’το χέρι, με οδήγησαν στον δρόμο για την ευτυχία. Μα κυρίως, μου δίδαξαν πως η ευτυχία δεν είναι σύμπτωση· είναι επιλογή.

Closing One Door

Saying goodbye to the past takes a lot of courage. It’s like jumping in the ocean without wearing a life jacket, without holding onto the anchor of the past. It’s liberating to let go, move on.

Before I fall in the ocean, before I close this door, I have some things to throw away and some things to keep. I’m throwing away the fights, the pain, the tears, the doubts, the distance… I’m just left with the love and all those good moments filling my heart. The love has faded away, turned into stardust kissing the night sky. The moments, these tangible events of our lives, are still vibrant in my head. I’ll keep them in my pocket of my gray distressed jeans, next to my home keys. When I’m old and need some company, some warmth, I’ll laugh at how faded they will look, not believing that they were my life then…

Enough of the future; it’s not here yet.

I’ve closed this door, filled with items that are bruised from Time’s hand, with songs I’ll never listen to again and clothes I won’t be wearing. Months have passed and I haven’t opened it to take a peek. I don’t think I will be opening it anytime soon, to be honest.

I’ve been walking in Life’s corridors, not looking behind, only forward. Doors I never expected open along the way and I’m ready, I’ve been ready, to step in.

Right Foot First.